Καρκίνος Προστάτη

Ο καρκίνος του προστάτη είναι ο συχνότερος καρκίνος στους άντρες και η δεύτερη σε συχνότητα αιτία θανάτου από καρκίνο (μετά τον καρκίνο του πνεύμονα) στους άντρες. Η έγκαιρη διάγνωση όμως είναι εφικτή, αρκεί κάθε άντρας να ευαισθητοποιηθεί γι’ αυτό. Και αυτό, γιατί η πάθηση δεν δίνει κανένα σύμπτωμα στα αρχικά στάδια, όπου η νόσος είναι αντιμετωπίσιμη. Έτσι, η διάγνωση γίνεται μόνο με τον ετήσιο προληπτικό έλεγχο.

Πως γίνεται η διάγνωση;

Η πρόληψη βασίζεται σε μία απλή εξέταση αίματος, που μπορεί να βοηθήσει στον εντοπισμό του καρκίνου του προστάτη σε ένα πρώιμο στάδιο. Η εξέταση αυτή μετρά την ποσότητα του ειδικού προστατικού αντιγόνου (PSA) στο αίμα και η δακτυλική εξέταση του προστάτη από τον Ουρολόγο είναι πάντα απαραίτητες

Τι είδους αποτελέσματα θα μπορούσε να δώσει η εξέταση PSA;

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει κάποια τιμή PSA που να διαχωρίζει το φυσιολογικό από το παθολογικό. Παρόλο που τιμές κάτω από 4 ng/ml θεωρούνται φυσιολογικές, θα πρέπει να τονιστεί ότι οι τιμές αυτές είναι ενδεικτικές και  δεν αποκλείουν καρκίνο. Για παράδειγμα, ένας άντρας που πέρυσι είχε τιμή PSA 1 και φέτος 2 ng/ml έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να έχει καρκίνο από έναν άλλο, η τιμή του οποίου πέρυσι ήταν 4 και φέτος 5 ng/ml. Στην πρώτη περίπτωση, έχουμε ετήσια αύξηση 100%, ενώ στη δεύτερη μόλις 25%. Άντρες, πάντως, με τιμές PSA πάνω από 10 ng/ml έχουν μεγάλες πιθανότητες να διαγνωστούν με καρκίνο του προστάτη (5 στους 10),  και η βιοψία επιβάλλεται, εκτός αν πρόσφατα είχαν ουρολοίμωξη ή έβαλαν καθετήρα κύστης.

Η ηλικία παίζει, επίσης, καθοριστικό ρόλο στην εκτίμηση του ασθενή. Για παράδειγμα, ένας ασθενής 80 ετών με τιμή PSA 2 ή 3 ng/ml, έχει πρακτικά μηδενικές πιθανότητες να πεθάνει από καρκίνο προστάτη, άρα ο επανέλεγχος είναι μάλλον άσκοπος. Αν όμως ένας άντρας 50 ετών παρουσιάσει αύξηση του PSA από 1 σε 3 ng/ml μέσα σε ένα χρόνο, ο τριπλασιασμός αυτός της τιμής εγείρει έντονες υποψίες για καρκίνο που, σε αυτές τις ηλικίες, είναι απειλητικός για τη ζωή. Η τιμή άρα του PSA είναι ενδεικτική και η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται από τον Ουρολόγο.